Νοσηρή ζήλεια

Υπαγορευμένη από την ορμή συντήρησης μιας πολύτιμης συναισθηματικά σχέσης ή από τη μεταμφιεσμένη διάθεση ενός συντρόφου να κραυγάσει την κατα-κτητικότητά του επί του άλλου, η ζήλεια συναντάται συχνά ως συναίσθημα και συμπεριφορά στο πλαίσιο ενός ερωτικού δεσμού (εκτός της συνθήκης του έρωτος, η ζήλεια αποτελεί αδελφή εκδήλωση του μισαλλόδοξου συναισθήματος του φθόνου).

Η ζήλεια κατευθύνεται προς τον Άλλο, όταν εκείνος προσλαμβάνεται ως αντίπαλος. Η αίσθηση της αντιπαλότητας ενδιαφέρει στον βαθμό που μπορεί να συνυπάρξει με τη μακροημέρευση της ερωτικής σχέσης. Ενδεχομένως, όταν η ζήλεια προκληθεί από υπαρκτό ερέθισμα, μπορεί να «σώσει» την αποκλειστικότητα των εραστών. Αν πάλι η ζήλεια είναι φαντασιακό αποκύημα, τότε θα ξοδευτεί χρόνος πολύς και συναίσθημα για την εξάλειψη μιας ψευδούς απειλής του ζευγαριού. Διότι ο νοσηρά ζηλιάρης σύντροφος δεν πείθεται για το άμεμπτο ποιόν του Άλλου, τον οποίο κατηγορεί υβριστικά κατασκευάζοντας στοιχεία αλλοιώνοντας την πραγματικότητα.

Ήδη έχουμε περάσει στον χώρο της «νοσηρής ζήλειας». Ο ζηλοτυπικός σύντροφος αναζητά εμμονικά ενδείξεις που αποδεικνύουν την πίστη ή την απιστία του Άλλου και, συνήθως, η αναζήτηση αυτή πυροδοτείται από παραληρηματική παθολογία του ιδίου παρά από υπαρκτές προκλήσεις. Η νοσηρή ζήλεια είναι σύμπτωμα σε μια σειρά από διακριτές ψυχιατρικές οντότητες· δεν είναι σύνδρομο από μόνη της.

Ως ψυχοπαθολογική εμπειρία, η ζήλεια περιλαμβάνει αυταπάτες, εμμονές, διογκωμένες ιδέες για τη σεξουαλική απιστία του συντρόφου. Σχετικές ζηλοτυπικές πεποιθήσεις μπορεί να αφορούν στην υποψία ότι ο ίδιος θα δηλητηριαστεί από τον σύντροφό του, ακόμη και με ουσίες που θα του μειώσουν τη σεξουαλική ικανότητα, ή ότι ο σύντροφός του έχει συνουσιαστεί με κάποιον τρίτο από τον οποίο έχει μολυνθεί από σεξουαλικά μεταδιδόμενη νόσο κ.τ.λ.

Οι αυταπάτες αυτές πιθανόν να συνδυάζονται με ψυχωσική εκτροπή ή κατάθλιψη με συνοδευτικά συναισθήματα ανεπάρκειας ή απελπισίας. Ο πάσχων από νοσηρή ζηλοτυπία πιέζεται από σκέψεις που δεν μπορεί να ελέγξει και από «υπερτιμημένες» ιδέες που εδράζουν σε τύπους με παρανοϊκή και με οριακή οργάνωση προσωπικότητας.

Η αίσθηση ανεπάρκειας, η αυτοϋποτίμηση και η υπερευαισθησία αποτελούν παράγοντες προδιάθεσης για ανάπτυξη νοσηρής ζήλειας.  Η κατάχρηση αλκοόλ φαίνεται, συνάμα, να συνδέεται με τη νοσηρή ζήλεια. Επίσης, η αμφεταμίνη και η κοκαΐνη μπορεί να πυροδοτήσουν αυταπάτες σχετικές με την απιστία, εμμένουσες και μετά την επίδρασή τους στον οργανισμό.

Ο ζηλότυπος σύντροφος συστηματικά διαστρεβλώνει τα δεδομένα και τα στοιχεία που λαμβάνει από την καθημερινή πραγματικότητα. Οι συνήθεις συμπεριφορές της παθολογικής ζήλειας είναι η ανάκριση του συντρόφου με ή χωρίς τη χρήση βίας, οι επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις, η πρόσληψη ιδιωτικού ντετέκτιβ, η έρευνα στα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του συντρόφου, η τοποθέτηση κάμερας ή «κοριού». Ακόμα και ο αυτοκτονικός ιδεασμός δεν είναι σπάνιος στη ζηλοτυπική έκρηξη, κατά την οποία στοχεύει στην επίρριψη ευθυνών και ενοχής. Κύρια, όμως, και επικίνδυνη συμπεριφορά της ζήλειας είναι η άσκηση βίας απέναντι στον σύντροφο ή και στο πιθανό «τρίτο πρόσωπο».

Σε εξαιρετικά συντηρητικές κουλτούρες, κάθε πράξη αυτόνομης επιλογής δύναται να ερμηνευτεί ως απόδειξη απιστίας και να τιμωρηθεί. Όπου η σχέση νοείται ως κατοχή, η ζήλεια γίνεται το άλλοθι και η βιαιότητά της θεωρείται μέρος της συμπεριφοράς στη σχέση των δύο φύλων, όπου το αρσενικό είναι το κυριαρχικό και το θηλυκό είναι το υποτακτικό.

Σε εξαιρετικά συντηρητικές κουλτούρες, κάθε πράξη αυτόνομης επιλογής δύναται να ερμηνευτεί ως απόδειξη απιστίας και να τιμωρηθεί. Όπου η σχέση νοείται ως κατοχή, η ζήλεια γίνεται το άλλοθι και η βιαιότητά της θεωρείται μέρος της συμπεριφοράς στη σχέση των δύο φύλων, όπου το αρσενικό είναι το κυριαρχικό και το θηλυκό είναι το υποτακτικό. Photo by Farzana Hossen

Τραγικά θύματα ενός γάμου με γονέα παθολογικά ζηλόφθονα είναι τα παιδιά, τα οποία υποφέρουν συναισθηματικά βιώνοντας τις εκδηλώσεις βίας του και που, πολλές φορές, χρησιμοποιούνται απ’ αυτόν, για να κατασκοπεύουν τον άλλον γονέα τους.

Η αντιμετώπιση της παθολογικής ζήλειας περιλαμβάνει λεπτούς και άμεσους χειρισμούς. Η διάγνωση της ακριβούς ψυχοπαθολογίας, η κατάλληλη ψυχοθεραπεία, η φαρμακοθεραπεία αν κρίνεται απαραίτητο, η προστασία των παιδιών, ακόμη και η γεωγραφική απομάκρυνση των συντρόφων ενδέχεται να χρειαστούν.

Η εκδήλωση της νοσηρής ζήλειας δεν είναι γοητευτική· δεν είναι απόδειξη αγάπης ούτε ενδιαφέροντος. Είναι παθολογική και επικίνδυνη.

valerie-mesquita-01valerie-mesquita-02valerie-mesquita-04valerie-mesquita-05

photos © Valérie Mesquita

featured image by Katerina Bolliger

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bhugra, D. (1993) Cross-cultural aspects of jealousy. International Review of Psychiatry, 5, 271–280.

Cobb, J. (1979) Morbid jealousy. British Journal of Hospital Medicine, 21, 511–518.

Daly, M., Wilson, M. & Weghorn, S. J. (1982) Male sexual jealousy. Ethology and Sociobiology, 3, 11–27.

Dutton, D. G. (1994) Behavioural and affective correlates of borderline personality organisation in wife assaulters. International Journal of Criminal Justice and Behavior, 17, 26–38.

Marazziti, D., Di Nasso, E., Masala, I., et al (2003) Normal and obsessional jealousy: a study of a population of young adults. European Psychiatry, 18, 106–111.

Michael, A., Mirza, S., Mirza, K. A. H., et al (1995) Morbid jealousy in alcoholism. British Journal of Psychiatry, 167, 668–672.

Mullen, P. E. (1990) Morbid jealousy and the delusion of infidelity. In Principles and Practice of Forensic Psychiatry (eds R. Bluglass & P. Bowden), pp. 823–834. London: Churchill Livingstone.

Mullen, P. E. (1991) Jealousy: the pathology of passion. British Journal of Psychiatry, 158, 593–601.

Seeman, M. (1979) Pathological jealousy. Psychiatry, 42, 351–361.

Turbott, J. (1981) Morbid jealousy – an unusual presentation with the reciprocal appearance of psychopathology in either spouse. Australian and New Zealand Journal of Psychiatry, 15, 164–167.

Clownville

Αθήνα, 25/07/2016

Για τη δική μας πόλη των κλόουν

[…] Καθώς το κωμικό και τραγικό

πατήσουν στο κοινό τους έδαφος

Δεν απομένει αλήθεια άλλη

Από τον εαυτό τους

στον εαυτό τους

Όλα έχουν λεχθεί

Όλοι έχουν τρομάξει […]

                                    Νέλλη Διαμαντοπούλου

Μοναξιά

Μοναξιά

Κραυγή

Κραυγή

Λύπη

Λύπη

All images © Eolo Perfido

http://eoloperfido.com/

Η Ψυχική Διαταραχή στον Κινηματογράφο

Αιμοδιψής δολοφόνος ή αφελές «θύμα», επαναστάτης ή νοητικά καθυστερημένος, ταλαντούχος ή αξιολύπητος, ο κινηματογραφικός τρελός διαμορφώνει τις κατεξοχήν στερεοτυπικές δομές στη συλλογική συνείδηση των δυτικών, κυρίως, κοινωνιών. Το αποτέλεσμα; Σύγχυση, στιγματισμός, διακρίσεις, επιδείνωση της νόσου. Εν τούτοις, όταν η φιλμική αποτύπωση της ψυχικής διαταραχής γίνεται σε αισθητική φόρμα μέτρου και σεβασμού, τότε ο κινηματογράφος αποστιγματίζει, διαφωτίζει και «θεραπεύει»· ρίχνει φως στον κόσμο της ψυχής και της ψυχιατρικής.
Στο βιβλίο επιχειρείται –μέσω βιβλιογραφικής κατ’ αρχήν και φιλμογραφικής διερεύνησης– να προσεγγιστεί το ζήτημα της αναπαράστασης της ψυχοπαθολογίας και του ψυχιατρικού κόσμου στον μυθοπλαστικό κινηματογράφο. Ερευνώνται οι αρνητικές συνέπειες που τα σχετικά στερεότυπα, μύθοι και λανθασμένες αντιλήψεις του κινηματογράφου επιφέρουν. Παρουσιάζονται, ακόμα, τα εποικοδημητικά αποτελέσματα των ρεαλιστικών και ευμενών κινηματογραφικών αναπαραστάσεων της ψυχικής ζωής στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Συγγραφικά αξιώματα, από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου, αποτελούν ο σεβασμός απέναντι στον ψυχικά πάσχοντα και η προάσπιση των αναγκών-δικαιωμάτων του καθώς και ο θαυμασμός απέναντι στη γνήσια κινηματογραφική δημιουργία και η αποδοχή της ελευθερίας που αυτή απαιτεί.

 

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αιγόκερως.

Σε ακανόνιστο ρεύμα – Η αφορμή

Σε ακανόνιστο ρεύμα

Συναισθηματικό και ώριμο, βίαιο και ποιητικό, σκληρό και βελούδινο το Σε ακανόνιστο ρεύμα της Έφης Βενιανάκη καταθέτει ένα ψυχογράφημα σπασμένο στα δύο, σε δύο γυναίκες. Με την επάρκεια που θα ζήλευαν εγχειρίδια ψυχοπαθολογίας, ορθώνεται με ειλικρίνεια στην απαίτηση της λογοτεχνίας να συλλάβει και να αποτυπώσει το βίωμα (εν προκειμένω της πατρικής εγκατάλειψης) έως την κάθαρση.

Από τη μία, η Ανθή, 30 ετών, που επιθυμεί να δώσει τέλος στη ζωή της, πηδά στο κενό μένοντας σε κώμα και, από την άλλη, η Μαρία, μαθήτρια στην τελευταία τάξη του Λυκείου –με τον σπόρο της αυτοκαταστροφής στην ψυχή της– γίνεται μάρτυρας της πτώσης της Ανθής και την ακολουθεί στο νοσοκομείο, όπου την επισκέπτεται καθημερινά.

Η ιδιάζουσα επαφή τους, μεταξύ θανάτου και ζωής, δομείται σε μια διττή εξομολογητική αφήγηση, η οποία ξετυλίγει τον μίτο της αυτοχειρίας της Ανθής, αντανακλώμενης στο πρόσωπο της Μαρίας.

Η φυγή του πατέρα –στη συναισθηματική αντίληψη της κόρης– γίνεται διπλό χτύπημα, απόρριψη και όνειδος, εναντίον της κόρης και της μάνας. Γι’ αυτό η Ανθή νοιώθει οργή και πίκρα τόσο για τον εαυτό της όσο και για τη μάνα της («Αχ μαμά, άξιζες καλύτερη μοίρα, πόσες φορές δε σε είχα περιφρονήσει γι’ αυτό.», σελ. 56.). Στην εφηβεία σπεύδει, χωρίς να το συνειδητοποιεί, να μαζέψει τις ματωμένες επενδύσεις της, τις προεκτάσεις του συναισθηματικού της σώματος, και να τις πλέξει κουβάρι γύρω της, για να προστατευτεί. Μαζί με αυτές σμιλεύει τελειοθηρικά το σώμα της· χορεύει («Ο χορός σε προκαλεί να πετάς ψηλότερα, να βυθίζεσαι στα έγκατα, να γίνεσαι ένα με το μέσα σου.», σελ. 67) εκδικούμενη τον πατέρα της («Έσκιζα τους  μυς […] έγινα αστραπή και τον έφτασα τον προδότη τον Μηνά, που για χάρη του νέου του έρωτα εγκατέλειψε γυναίκα και παιδιά», σελ 49.).

Η Ανθή θα ενηλικιωθεί και θα γίνει πρώτη μπαλαρίνα. Αλλά μέχρι τότε θα έχει πονέσει πολύ τον εαυτό της με αλκοόλ, αυτοτραυματισμούς και αυτοκτονικές απόπειρες.

Καθώς τα χρόνια της πρώτης νεότητας περνούν, την εγκατάλειψη θα την αποθεώσει με διπλή κατεύθυνση· θα εγκαταλειφθεί και θα εγκαταλείψει. Καθέναν που θα αγαπήσει θα τον ενταφιάσει («Αν κοιτάξεις τον ουρανό, θα δεις πώς φέγγουν στα σπλάχνα μου όλα τα αντίο των αγαπημένων, Μαρία.», σελ. 184.) εκπληρώνοντας το αίτημα του πόνου της πρώτης, της πυρηνικής απώλειας του πατέρα. Και από ένα γύρισμα της τύχης με έναν τραυματισμό που της στερεί την καριέρα της, θα διαχειριστεί τον εαυτό της ως ευτελή ανθρώπινη μάζα ηδονής και φτηνής ανταλλαγής («Κονσομασιόν το λένε, και κατανάλωση προϊόντων.», σελ. 197), ώσπου να σβήσει το παρελθόν της, το εγώ της. Στο τέλος, θα της μείνει μόνο το κορμί της να θελήσει να διαμελίσει.

Μία με σάρκα και οστά ψυχολογική-βιωματική προσέγγιση σ’ έναν γυναικείο κόσμο θρυμματισμένο από την εγκατάλειψη. Ένα «ακανόνιστο ρεύμα» που ακολουθεί την ελληνική κοινωνία της πατρικής ανεπάρκειας, ώσπου ατίθασο και απρόβλεπτο ξεκαθαρίζει για τα καλά τον πόνο που αυτή επιφέρει στις κόρες και συγκρούεται ως κύμα ωστικό πάνω στον αναγνώστη.

 

Κορίτσια χωρίς πατέρα

Αλήθεια, τι συμβαίνει με τα κορίτσια εκείνα που ενώ θέλουν (και θέλουν με την απολυτότητα της παιδικής επιθυμίας) τη σταθερότητα της παρουσίας και της αποδοχής του πρώτου άνδρα που αγαπούν, του πατέρα τους, εντούτοις την στερούνται με την αποχώρησή του;

Τα κορίτσια αυτά μεγαλώνουν με το να αναρωτιούνται, να κατηγορούν τον εαυτό τους, να του προκαλούν πόνο. Ταυτοποιημένες με τις μητέρες τους, τις λατρεύουν και τις μισούν, τις παρηγορούν αλλά και θυμώνουν με αυτές και τις «εκδικούνται» για την οικογενειακή αποτυχία. Μεγαλώνουν με το να ελπίζουν πως ο πατέρας τους θα εμφανιστεί να τους πει ότι τα αγαπά και ότι λυπάται για το λάθος του να τα αφήσει. Και με την καθημερινή ματαίωση της ελπίδας τους αυτής γίνονται γυναίκες… η Ανθή και η Μαρία.

Τα κορίτσια αυτά νοιώθουν θυμό, θλίψη,  χαμηλή αυτοπεποίθηση που μουδιάζουν με αλκοόλ, ουσίες, αυτοτραυματισμό, και τεράστιο φόβο εγκατάλειψης και απόρριψης από το άλλο φύλο, με το οποίο συνδέονται προβληματικά αναπαράγοντας το μοτίβο που ξέρουν άριστα από τη θέση της κόρης – αυτή τη φορά στη θέση της συντρόφου… πάλι η Ανθή και η Μαρία.

Οι προσωπικές ιστορίες τους, ανεξαρτήτως του φύλου μας, είναι δικές μας. Τις έχουμε δει στα πρόσωπά μας, στο πρόσωπο της μάνας μας, μιας φίλης μας, μιας γνωστής. Και έχουμε αποπειραθεί να τις ξορκίσουμε, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς. Όπως κι αν έχει, δεν τις ξεχάσαμε… Πώς, άλλωστε!

 

Με αφορμή το Σε ακανόνιστο ρεύμα

«Υπάρχει αυτή η μερίδα ανθρώπων που τους είναι αβάσταχτη η απώλεια.», σελ. 139.

Το σύγχρονα δημογραφικά δεδομένα που σχετίζονται με την πατρική απουσία είναι απογοητευτικά. Υπολογίζεται ότι το 40% των παιδιών των δυτικών κοινωνιών ζουν χωρίς πατέρα (λόγω θανάτου, διαζυγίου, εγκατάλειψης, συναισθηματικής μη διαθεσιμότητας). Τα παιδιά που έχουν εγκαταλειφθεί από τον πατέρα τους εμφανίζουν προβλήματα συμπεριφοράς στην κοινωνική τους ένταξη και δυσκολία στη δημιουργία φιλικών σχέσεων ή διαμορφώνουν εξαρτητικές σχέσεις. Βιώνουν περιορισμένο αίσθημα ασφάλειας και η αυτοεικόνα τους είναι ιδιαιτέρως χαμηλή. Εκδηλώνουν δραματική άνοδο στις κλίμακες κατάθλιψης και άγχους, πενταπλάσιες τιμές από τη μέση αυτοκτονικότητα και πέραν των ψυχικών προβλημάτων πάσχουν από ψυχοσωματικά συμπτώματα (χρόνιο πόνο, άσθμα, πόνο στο κεφάλι και στο στομάχι). Η προσκόλλησή τους στη μάνα είναι σύνθετη και δυσλειτουργική. Το 90% των περιπτώσεων φυγής από το σπίτι είναι παιδιά χωρίς πατέρα. Πολλές είναι οι φορές που η ενηλικίωσή τους ακολουθείται από κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, χαμηλή μόρφωση ή παθολογική τελειοθηρία, υψηλό δείκτη διαζυγίων ή τεκνοποίηση άνευ συντρόφου. Ιδίως στα αγόρια, σημειώνεται τιμή παραβατικότητας – φυλάκισης 32 φορές πάνω από τη μέση τιμή (το 85% των νέων στις φυλακές είναι χωρίς πατέρα). Τα κορίτσια, εκτός των άλλων, υιοθετούν μια πρώιμη, υπερβολική ή προβληματική σεξουαλική δραστηριότητα, που μπορεί να τα οδηγήσει σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σεξουαλική εκμετάλλευση, συναισθηματικό μούδιασμα, αυτοανάλωση και θυματοποίηση.

 

Κορίτσια με πατέρα – τι θα έλεγαν

(επειδή υπάρχει κι αυτή η υπέροχη πλευρά)

Οι μπαμπάδες μαθαίνουν νέες δεξιότητες, για χάρη μας, ακόμη κι αν δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτούς.

dad 1

Αν και άνθρωποι, γίνονται υπερ-ήρωες στις δυσκολότερες στιγμές, για να μας προστατεύσουν.

dad 2

Μας δίνουν το μεγαλύτερο μερίδιο σε όλα.

dad 4

Εφευρίσκουν τους πιο δημιουργικούς τρόπους, για να μας διασκεδάσουν, εμπνεύσουν, διδάξουν.

dad 6

Οι μπαμπάδες μπορούν να είναι συνένοχοί μας στο «έγκλημα»!

dad 7

Δέχονται να ακολουθήσουν τα σενάριά μας στο παιχνίδι μας, ακόμα κι αν δεν τα καταλαβαίνουν.

dad 8

Μαθήματα ζωής; Μας διδάσκουν να αποδεχόμαστε την ήττα, να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να μεθοδεύουμε τον δρόμο προς τη νίκη.

dad 10

Μας διδάσκουν να ονειρευόμαστε και να μην πτοούμαστε από το υπέροχο και το ασυνήθιστο.

dad 11

Μας κάνουν να νοιώθουμε στην κορυφή του κόσμου, γιατί είμαστε οι βασίλισσες στην καρδιά τους.

dad 12

 

Το μυθιστόρημα Σε ακανόνιστο ρεύμα της Έφης Βενιανάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Οι ζωγραφιές είναι από τη soosh. https://www.instagram.com/vskafandre/

 

Η Ισορροπία ντύνεται πάντα στα κόκκινα…

Η Ισορροπία ντύνεται πάντα στα κόκκινα

Μία στην πολλαπλότητά της

Είναι ώριμη

Ξέρει να προσφέρεται σε όλους

Μα ανήκει στον εαυτό της.

 

Ο πίνακας της ανάρτησης ανήκει στην Karina Llergo Salto και τιτλοφορείται «Balance».

Into the Moment

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα ακλόνητο διαχρονικά και σταθερό δεδομένο στη ζωή μας εκτός από αυτό που μού αρέσει να χαρακτηρίζω ως «έδαφος του τώρα». Η αποδοχή αυτή δεν είναι λυπηρή – τουναντίον είναι απελευθερωτική. Πασχίζουμε να διαχειριστούμε γεγονότα που συνέβησαν και να πετύχουμε όσα επιθυμούμε να συμβούν. Και οι δύο αυτοί στόχοι μας θα ήταν ευκολότεροι – ορθότερα, λιγότερο επίπονοι – αν πράτταμε αντιλαμβανόμενοι ότι παντοδύναμη επίδραση έχουμε μόνο πάνω στη στιγμή.

Με τα λόγια ενός παλαιού φυσιοδίφη και δοκιμιογράφου:

Το θέλγητρο του μακρινού και του ακατόρθωτου είναι απατηλό. Η μεγάλη ευκαιρία είναι εκεί όπου πατάς.

John Burroughs

*Ο πίνακας είναι από την έκθεση με τίτλο «Into the Moment» του ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Tony Macioce.

STIGMA OR STULTIFERA NAVIS*

*Το Στίγμα ή Το Πλοίο των Τρελών

Η «Ιστορία της Τρέλας» (1964) εντοπίζει τον κοινό μηχανισμό στην αποπομπή και τον αποκλεισμό από το κοινωνικό σώμα αρχικά των λεπρών και κατόπιν των ψυχικά ασθενών. Αναλύει τον μηχανισμό εκείνο που επιτάσσει να απομακρύνεται το «ασθενικό», αφού πρώτα βαφτιστεί «επικίνδυνο», «κακό», «επάρατο», «καταραμένο». Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας της:

Εκείνο, όμως, που σίγουρα θα αντέξει στο χρόνο περισσότερο από τη λέπρα και που θα διατηρηθεί ακόμα και σε μια εποχή όπου, κιόλας από πολλά χρόνια, τα λεπροκομεία θα είναι αδειανά, είναι οι αξίες και οι εικόνες που έχουν συνδεθεί με το πρόσωπο του λεπρού. Εκείνο που θα μείνει είναι το νόημα της αποδιοπομπής του κι η σημασία που αποκτούσε για την κοινωνική ομάδα αυτή η επίμονη και φριχτή μορφή, που την απομακρύνουν μόνο αφού χαράξουν πρώτα γύρω της έναν ιερό κύκλο[1].

Ακριβώς αυτό το νόημα της αποδιοπομπής του λεπρού επανέρχεται στο Narrenschiff (Το Πλοίο των Τρελών) όχι μόνο των δημιουργημάτων του Sebastian Brant ή του Hieronymus Bosch αλλά, κυρίως, του γεγονότος θεσμού του θαλάσσιου εξορισμού των ψυχικά ασθενών. Αρκετές πόλεις του ύστερου Μεσαίωνα και της πρώιμης Αναγέννησης απομακρύνουν τους ψυχασθενείς επιβιβάζοντάς τους σε πλοία με κατεύθυνση κάποιο υποτιθέμενο «τόπο προσκυνήματος» για εκ θαύματος θεραπεία, που στην ουσία γίνεται τόπος εγκλεισμού. Πρόκειται για έναν τελετουργικό αποκλεισμό, «για να ξορκιστεί το κακό».

Σήμερα, αλήθεια, σε ποιο βαθμό έχουμε απαλλαγεί από το στερεότυπο «της τρέλας»; Σε ποιο βαθμό έχουμε εξοβελίσει το στίγμα της ασθένειας και, ειδικότερα, της ψυχικής ασθένειας όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και την αντιληπτική μας δομή;

Το στίγμα[2] ως φαινόμενο μελετήθηκε για πρώτη φορά από τον κοινωνιολόγο Goffman (1963) και ορίστηκε ως «μια ανεπιθύμητη και δυσφημιστική ιδιότητα που αποδίδεται στο άτομο και του στερεί την πλήρη κοινωνική αποδοχή, αναγκάζοντάς το να αποκρύπτει την αιτία αυτής της αρνητικής αντιμετώπισης[3]». Το στίγμα της ψυχικής νόσου συσχετίζεται με αρνητικές και απορριπτικές πεποιθήσεις που η κοινωνία προβάλλει στον ασθενή (κοινωνικός στιγματισμός), ο οποίος στη συνέχεια τις εσωτερικεύει και τις αφομοιώνει στον εαυτό του (αυτοστιγματισμός). Γίνεται κατανοητό ότι οι επιδράσεις του στίγματος είναι δριμείες στον ίδιον τον ασθενή, την πορεία της νόσου του και τη θεραπεία του αλλά και την οικογένειά του. Ο ίδιος το βιώνει ως μια δεύτερη νόσο που εκφράζεται έξωθεν με διακρίσεις, προκαταλήψεις, πρακτικές απόρριψης και αποκλεισμού.

Έχετε διερωτηθεί αν:

«Θα συμφωνούσατε να συνεργαστείτε/ συνταξιδέψετε/ συσχετιστείτε/ συμβιώσετε (κ.ο.κ.) με έναν ψυχικά ασθενή (καταθλιπτικό/ μανιοκαταθλιπτικό/ ψυχαναγκαστικό/ ψυχωσικό κ.ο.κ);».

Δυστυχώς, τα στερεότυπα της ψυχικής νόσου είναι εξαιρετικά ανθεκτικά με ρίζες βαθειές στο χρόνο και στη μεσαιωνική άγνοια. Αλλά σε μια πολιτισμένη – νομίζω – κοινωνία  δε χρειάζονται τέτοια «πλοία».

Bosch ship of fools


[1] Φουκώ Μ., Η Ιστορία της Τρέλας, μτφρ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, σ. 11-12.

[2] Ο όρος “stigma” έχει επικρατήσει διεθνώς. Αξίζει να αναφερθεί ότι προέρχεται από το ρήμα «στίζω», το οποίο σημαίνει: χαράζω δια νύγματος, προκαλώ σημάδι με πυρακτωμένη σφραγίδα προς όνειδος ή τιμωρία, χαράσσω το δέρμα ως ένδειξη ατίμωσης.

[3] Goffman E., Stigma: Notes on the Management of spoiled Identity, Harmondsworth, Penguin, 1970.

6 Νοεμβρίου 2013

Έχοντας από χρόνια γυρίσει την πλάτη μου στην αλάθητη κόρη του Πριάμου, σήμερα – λίγο η βροχή λίγο οι τροϊκανοί – ακούω τα λόγια της…

Cassandra

By Louise Bogan

To me, one silly task is like another.

I bare the shambling tricks of lust and pride.

This flesh will never give a child its mother,—

Song, like a wing, tears through my breast, my side,

And madness chooses out my voice again,

Again. I am the chosen no hand saves:

The shrieking heaven lifted over men,

Not the dumb earth, wherein they set their graves.

 

Louise Bogan, “Cassandra” from The Blue Estuaries: Poems 1923-1968.

Copyright © 1968 by Louise Bogan.

*Ο ζωγραφικός πίνακας της ανάρτησης ανήκει στις αδελφές Snell. 

http://snellsisters.blogspot.gr/